Αμλάιμπ της Σκωτίας - Wikiwand
For faster navigation, this Iframe is preloading the Wikiwand page for Αμλάιμπ της Σκωτίας.

Αμλάιμπ της Σκωτίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Αμλάιμπ της Σκωτίας
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση10ος αιώνας
Θάνατος977
Τόπος ταφήςΆιονα
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Άλμπα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμονάρχης
Οικογένεια
ΓονείςΊντουλφ της Σκωτίας
ΑδέλφιαΚούλεν της Σκωτίας
ΟικογένειαΟίκος των Αλπινιδών
Υπογραφή
Θυρεός
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Αμλάιμπ της Σκωτίας (πέθανε το 977) δέκατος βασιλιάς της Άλμπα (971/976 - 977) μέλος του Οίκου των Αλπινιδών ήταν γιος του Ίντουλφ της Σκωτίας. Το όνομα του περιέχει ενδείξεις ότι η μητέρα του ήταν μέλος των Ουί Αιμάρ, εγγονή του Αμλάιμπ Κουαράν ή του Αμλαίμπ μακ Γκοφραίντ. Μετά τον θάνατο του πατέρα του (962) στον θρόνο της Άλμπα ανέβηκε ο Ντάφ της Σκωτίας, ένα μέλος του αντίπαλου κλάδου των Αλπινιδών, που σύντομα συνάντησε την αντίδραση του αδελφού του Αμλαίμπ Κούλεν της Σκωτίας μέχρι να εδραιωθεί στον θρόνο (966). Ο Κούλεν και άλλος ένας γιος του Ίντουλφ σκοτώθηκαν (971), στον θρόνο τους διαδέχθηκε ο αδελφός του Ντάφ Κένεθ Β΄ της Σκωτίας ο οποίος σύμφωνα με τα Ιρλανδικά Χρονικά σκότωσε τον Αμλάιμπ. Οι ίδιες πηγές που ονομάζουν βασιλιά τον Αμλάιμπ αποφεύγουν να δώσουν έναν βασιλικό τίτλο στον Κένεθ κάτι που δείχνει ότι ο Αμλάιμπ κατάφερε με επιτυχία να πάρει το βασίλειο από τον αντίπαλο του.

Πιθανές Σκανδιναβικές ρίζες

Ταφική πλάκα στην Γλασκώβη που αποδεικνύει Σκανδιναβική εγκατάσταση στην Σκωτία τον 10ο αιώνα.
Ταφική πλάκα στην Γλασκώβη που αποδεικνύει Σκανδιναβική εγκατάσταση στην Σκωτία τον 10ο αιώνα.

Ο Αμλάιμπ της Σκωτίας ήταν ένας από τους τρεις γιους του Ίντουλφ της Σκωτίας.[1] Ο παππούς του Κωνσταντίνος Β΄ της Σκωτίας είχε ισχυρές συνδέσεις με την Σκανδιναβική δυναστεία του Δουβλίνου και τα δικά του ονόματα εμφανίζουν ενδείξεις Σκανδιναβικής καταγωγής.[2] Τα περισσότερα ονόματα των απογόνων του Κωνσταντίνου Β΄ ήταν Σκανδιναβικά όπως παράδειγμα το όνομα του ίδιου του Ίντουλφ ήταν μια μικρή Κέλτικη τροποποίηση του Άγγλο - Σαξονικού ονόματος Ίντγουλφ.[3][4] Το όνομα του αδελφού του Αμλαίμπ Κούλεν ο οποίος σύμφωνα με τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα τον 12ο αιώνα πέθανε το 971 δείχνει Σκανδιναβική καταγωγή, το όνομα του Κούλεν εμφανίζεται σε πολλές πηγές σαν Κούλενρινγκ.[5][6] Η επέκταση ρινγκ μεταφράζεται σαν δακτυλίδι κάτι που συναντάμε στα ονόματα των παλιών Σκανδιναβών βασιλέων που ονομάζονταν δακτυλοφόροι ή αυτοί που παίρνουν το δαχτυλίδι.[7][8][9]

Άλλες σοβαρές ενδείξεις για την Σκανδιναβική καταγωγή βρίσκονται στο Κέλτικο όνομα Αμαλγκαίντ που συνδέεται συχνά στις μεσαιωνικές πηγές με το όνομα του Αμλάιμπ.[10][11] Το όνομα του είναι αναγραμματισμός του Νορβηγικού ονόματος Όλαφ.[12] Το όνομα του αποδεικνύει ότι η μητέρα του ήταν απόγονος της Σκανδιναβικής δυναστείας Ουί Αιμάρ, πιθανότατα εγγονή του Αμλάιμπ Κουαράν ή του Αμλαίμπ μακ Γκοφρλαιντ.[13] Πολλές Κέλτικες δυναστείες στα τέλη του 10ου αιώνα πήραν Σκανδιναβικά ονόματα όπως και πολλές Σκανδιναβικές δυναστείες Κέλτικα ονόματα, αν ο Αμλάιμπ ήταν πραγματικά Σκανδιναβικής καταγωγής ήταν από τους πρώτους βασιλείς που έφεραν ένα διασυνοριακό εθνικό όνομα.[14]

Ο Ίντουλφ και η διαδοχή του

Ο Αμλάιμπ και οι στενότεροι συγγενείς του ήταν μέλη του Οίκου των Αλπινιδών και απόγονοι του Κένεθ Α΄ της Σκωτίας, βασιλιά των Πίκτων (πέθανε το 858).[15] Η δυναστεία εξασφάλισε με μεγάλη επιτυχία την διαδοχή του θρόνου της Σκωτίας στα μέλη της.[16] Ο Κωνσταντίνος Β΄ μέλος του κλάδου του Εντ μακ Κένεθ διαδέχθηκε τον Ντόναλντ Β΄ της Σκωτίας από τον κλάδο του Κωνσταντίνου Α΄ της Σκωτίας, ύστερα από πετυχημένη βασιλεία 40 χρόνων ανέθεσε τον θρόνο στον γιο του Ντόναλντ Β΄ Μάλκολμ Α΄ της Σκωτίας (πέθανε το 954).[17] Ο Ίντουλφ, ο πατέρας του Αμλάιμπ διαδέχθηκε στον θρόνο τον Μάλκολμ Α΄ και βασίλευσε μέχρι τον δικό του θάνατο (962).[18] Υπάρχει μια καταγραφή για την πτώση του Ίντουλφ από τους Σκανδιναβούς εισβολείς αλλά ήταν η τελευταία φορά που ενοχλούσαν το βασίλειο.[19] Το βασίλειο των Βίκινγκ της Γιορκ κατέρρευσε την δεκαετία του 950 και οι στρατιώτες των βασιλέων του Δουβλίνου άρχισαν να ζουν χωρίς κίνδυνο. Οι Άγγλοι μονάρχες αντίθετα δέχτηκαν πολλές επιδρομές από τους Βίκινγκ από την δεκαετία του 980 μέχρι την δεκαετία του 1010, οι βασιλείς της Σκωτίας όμως ζούσαν πάντα ειρηνικά μαζί τους μετά την πτώση του Ίντουλφ, χωρίς τον κίνδυνο των Σκανδιναβών ασχολήθηκαν με τα εσωτερικά εμφύλια ζητήματα.[20]

Δημιουργήθηκε μεγάλη αβεβαιότητα για την διαδοχή μετά τον θάνατο του Ίντουλφ, μερικές πηγές αναφέρουν ότι τον διαδέχθηκε ο Ντάφ, γιος του Μάλκολμ Α΄.[21] Από την άλλη πλευρά υπάρχουν σοβαρές υποψίες ότι η εξουσία στο βασίλειο μοιράστηκε ανάμεσα στον Ντάφ και τον Κούλεν, μετά τον θάνατο του Ίντουλφ κανένας από τους δυο βασιλείς δεν ήταν ισχυρότερος να εκτοπίσει τον άλλον.[22] Οι εκπρόσωποι των κλάδων της δυναστείας των Αλπίνων ήταν ο Ντάφ και ο Ίντουλφ, οι δυο άντρες διατήρησαν την ειρήνη την εποχή του Ίντουλφ, τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν ισχυρές εμφύλιες διαμάχες.[23][24] Ο Ντάφ πέρασε κατόπιν τον περισσότερο χρόνο διεκδικώντας τον θρόνο με τον Κούλεν, τελικά οι δυο βασιλείς ήρθαν σε σύγκρουση (965).[25][26] Ο Ντάφ εξορίστηκε από το βασίλειο τα επόμενα χρόνια και όπως καταγράφεται δολοφονήθηκε την διετία 966 - 967.[27] Ο Κούλεν ήταν αναμφισβήτητος βασιλιάς της Σκωτίας την περίοδο 966 - 971, όπως φαίνεται από τις πηγές η βασιλεία του Κούλεν πρέπει να ήταν ομαλή.[28][29] Ο θάνατος του (971) ερμηνεύεται με διάφορες πηγές, σύμφωνα με τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα ο Κούλεν και ο αδελφός του Ίοτσαϊντ που πέθανε επίσης το 971 σκοτώθηκαν από τους Κέλτες.[30] Υπάρχουν πολλοί λόγοι να υποθέσουμε ότι ο δολοφόνος του Κούλεν ήταν ο Ρίντερτς απ Ντιφονάλ γιος του Ντιφονάλ απ Όουεν βασιλιά του Στραθκλάιντ (πέθανε το 975).[31]

Άνοδος στον θρόνο

Επιγραφή με το όνομα του Αμλάιμπ από τα Χρονικά του Ούλστερ
Επιγραφή με το όνομα του Αμλάιμπ από τα Χρονικά του Ούλστερ

Τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα αναφέρουν ότι ο αδελφός του Ντάφ Κένεθ Β΄ (πέθανε το 995) ήταν ο επόμενος βασιλιάς της Άλμπα.[32] Οι Ιρλανδικές πηγές, τα Χρονικά του Τίγκερναχ τον 14ο αιώνα και τα Χρονικά του Ούλστερ τον 15ο - 16ο αιώνα αποκαλύπτουν ότι ο Αμλάιμπ είχε την εξουσία στο βασίλειο πριν δολοφονηθεί από τον Κένεθ.[33][34] Ο Αμλάιμπ ανέβηκε στον θρόνο, οι πηγές τον κατονομάζουν με τον βασιλικό του τίτλο αντίθετα αναφέρουν τον Κένεθ μόνο με το πατρωνυμικό όνομα.[35] Δεν φαίνεται πουθενά να έχουν πολεμήσει για τον θρόνο μετά τον θάνατο του Κούλεν ο Αμλάιμπ και ο Κένεθ Β΄, τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα τερματίζουν το 973 και η Προφητεία του Μπερχάν τον 12ο αιώνα είναι σημαντική πηγή πληροφοριών για τους πολέμους ανάμεσα στον Ντάφ και στον Κούλεν.[36] Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι το βασίλειο είχε μοιραστεί ανάμεσα στον Αμλάιμπ και στον Κένεθ μέχρι τον θάνατο του Αμλάιμπ.[37]

Η βασιλεία του Αμλάιμπ δεν υπάρχει στους καταλόγους των Σκωτσέζων βασιλέων και δεν είναι γνωστά τα χρονολογικά της όρια, φαίνεται ότι διατηρήθηκε πολύ λίγο μέχρι το 977.[38] Στα μέσα της βασιλείας του ο Έντγκαρ Α΄ ο Ειρηνικός σύμφωνα με το Αγγλοσαξωνικό χρονικό συγκέντρωσε μεγάλη ναυτική δύναμη με έξι βασιλείς στο Τσέστερ (975).[39] Παρά το ότι οι μετέπειτα πηγές επιβεβαιώνουν το γεγονός τα ονόματα των βασιλέων που εμφανίζονται στον κατάλογο δεν είναι βέβαια, τα δυο είναι Ντιφνουάλ και Κένεθ.[40] Το Αγγλοσαξωνικό χρονικό καταγράφει τα ονόματα των έξι βασιλέων, εμφανίζεται το όνομα και του Κένεθ αλλά είναι απίθανο να υπάρχει το όνομα του Αμλάιμπ.[41] Οι χρονολογίες αφορούν τις βασιλείες του Κένεθ και του Αμλάιμπ και η βασιλεία του Κένεθ προσδιορίζεται μεταξύ 971/977 και 995, ο ρόλος του βασιλιά βρισκόταν μέσα στα όρια του βασιλείου του.[42][43] Άλλα δυο ονόματα στον κατάλογο είναι τα ονόματα του Μάκους μακ Αράιλτ και του αδελφού του Γκοφράιντ που πέθανε το 989.[44][45] Οι δυο βασιλείς φάνηκαν σαν απειλή για τους κατοίκους της Σκωτίας και της Κάμπριας.[46] Ο Μάκκους και ο Γκοφράιντ στις αρχές της δεκαετίας λεηλάτησαν το Άνγκλεσι, ο Έντγκαρ συγκάλεσε το βασιλικό συμβούλιο να θέσει το θέμα του κινδύνου από τα δυο αδέλφια.[47] Το συμβούλιο συνεκλήθη στο Τσέστερ και στην συνέχεια τα δυο αδέλφια έστρεψαν το ενδιαφέρον τους από την ηπειρωτική Αγγλία στην Ιρλανδία και την Ουαλία, τα επόμενα δυο χρόνια τόσο ο Ντίφνουαλ όσο και ο Έντγκαρ είχαν πεθάνει.[48][49][50] Οι σύγχρονες Αγγλικές πηγές περιγράφουν τα χρόνια που ακολούθησαν μετά τον θάνατο του Έντγκαρ σαν χρόνια πείνας, ταραχών και δυστυχισμένα.[51][52] Η αναταραχή που έφερε ο θάνατος των δυο ανδρών επέτρεψε στον Κένεθ να ανατρέψει τον Αμλάιμπ.[53]

Εκστρατεία του Κένεθ στην Κάμπρια

Επιγραφή με το όνομα του Αμλάιμπ από τα Χρονικά του Τίγκερναχ
Επιγραφή με το όνομα του Αμλάιμπ από τα Χρονικά του Τίγκερναχ

Σύμφωνα με τα Σαξονικά χρονικά του 12ου αιώνα ο Έντγκαρ παραχώρησε το Λόθιαν στον Κένεθ, σε αντάλλαγμα τον αναγνώρισε επικυρίαρχο. Η συναλλαγή χρονολογείται την δεκαετία του 960 ή του 970 με στόχο να ενισχύσει την αντιπολίτευση του Κένεθ εναντίον του Αμλάιμπ.[54] Η σειρά διαδοχής των Αλπινών βασιλέων αποκαλύπτει ότι οι εσωτερικές συγκρούσεις ανάμεσα στον Κούλεν και τον Ντάφ συνεχίστηκαν με τους αδελφούς τους.[55] O μεγαλύτερος αδελφός του Κούλεν Ίοτσαϊντ είχε πεθάνει και ο Κούλεν είχε προνομιακή θέση στο βασίλειο, το γεγονός ότι ο Αμλάιμπ βασίλευσε μετά τον θάνατο του αδελφού του δείχνει ότι είχαν και οι δυο σημαντικό ρόλο στην αντιβασιλεία του Κούλεν.[56] Μια από τις πρώτες ενέργειες του Κένεθ όταν ανέβηκε στον θρόνο ήταν η επίθεση στην Κάμπρια.[57] Η εκστρατεία φαίνεται να ήταν εκδικητική για τον θάνατο του Κουλέν.[58] Η πραγματικότητα είναι όμως ότι η επίθεση είχε περισσότερο στόχο να εξουδετερώσει κάθε Βρετανική εστία στην Σκωτία παρά την εκδίκηση.[59] Η εκστρατεία κατέληξε σε ήττα, σε συνδυασμό με τον φόνο του Κουλέν δείχνει ότι το βασίλειο του Στραθκλάιντ ήταν υπολογίσιμη δύναμη και δεν μπορούσε να αγνοηθεί.[60]

Παραπομπές

  1. Broun (2004b); Broun (2004d); Hudson (1994) pp. 91, 164, 169.
  2. Broun (2004a); Broun (2004d); Driscoll (1998) p. 113.
  3. Broun (2004d); Woolf (2001); Driscoll (1998) p. 113, 113 n. 55.
  4. Clarkson (2014) ch. 6; Walker (2013) ch. 4; Woolf (2007) p. 192; Dumville (2000) p. 81; Hudson (1998b) p. 159 n. 56; Hudson (1994) p. 89.
  5. Broun (2015b); Downham (2007) p. 151; Busse (2006b); Dumville (2000) p. 81; Driscoll (1998) p. 113 n. 55; Hudson (1998a) p. 66.
  6. Woolf (2007) pp. 199, 203; Duncan (2002) pp. 20–21; Hudson (1998a) p. 66; Hudson (1998b) p. 151; Skene (1867) p. 10.
  7. Woolf (2007) p. 203.
  8. Woolf (2007) p. 203; Busse (2006b); Duncan (2002) p. 20; Driscoll (1998) p. 113 n. 55; Hudson (1998a) p. 66; Hudson (1998b) p. 151 n. 34.
  9. Broun (2015b).
  10. Hudson (1994) p. 94.
  11. Clancy, T (2016) p. 64; Sellar (2004) p. 53; Hudson (1994) p. 94; Ó Corráin; Maguire (1981) p. 22.
  12. Woolf (2009) p. 258; Woolf (2007) p. 206; Dumville (2000) p. 81; Hudson (1994) p. 94.
  13. Woolf (2007) p. 206.
  14. Woolf (2009) p. 258; Woolf (2007) p. 206.
  15. Lynch (2001); Woolf (2000) p. 146 tab. 1; Hudson (1994) p. 169.
  16. Broun (2001).
  17. Clancy, TO (2006); Broun (2001); Woolf (2001); Woolf (2000) p. 152.
  18. Broun (2015d); Walker (2013) ch. 4; Broun (2004d); Duncan (2002) p. 20; Broun (2001).
  19. Duncan (2002) p. 20; Dumville (2000) p. 81.
  20. Duncan (2002) p. 20.
  21. Walker (2013) ch. 4; Woolf (2009) p. 258; Broun (2004c); Broun (2004d).
  22. Hudson (1994) pp. 91–92.
  23. Broun (2004c).
  24. Broun (2015c); Broun (2004c); Hudson (1994) pp. 91–92.
  25. Woolf (2000) p. 157.
  26. Walker (2013) ch. 4; Charles-Edwards (2008) p. 183; Woolf (2007) pp. 199, 201–202; Duncan (2002) p. 20; Dumville (2000) p. 77; Woolf (2000) pp. 260–261; Hudson (1994) p. 92.
  27. Broun (2015c); McGuigan (2015) p. 275; Walker (2013) ch. 4; Woolf (2007) pp. 196, 200, 199, 202; Duncan (2002) pp. 20–22; Dumville (2000) p. 77; Hudson (1996) p. 88 n. 99; Hudson (1994) p. 92.
  28. Walker (2013) ch. 4; Monarchs of Scotland (842–1707) (2011); Busse (2006b); Hudson (1994) p. 163 tab. 1; Williams; Smyth; Kirby (1991) pp. 91–92.
  29. Walker (2013) ch. 4.
  30. Clarkson (2010) ch. 9; Woolf (2007) pp. 199, 204; Hudson (1998b) pp. 151, 160; Hudson (1996) p. 88 n. 100; Hudson (1994) p. 93; Anderson (1922) p. 475; Skene (1867) p. 10.
  31. Broun (2015b); Walker (2013) ch. 4; Clarkson (2012) ch. 9; Oram (2011) chs. 2, 5; Clarkson (2010) ch. 9; Busse (2006c); Broun (2004f) p. 135; Macquarrie (2004); Macquarrie (1998) pp. 6, 16; Williams; Smyth; Kirby (1991) pp. 92, 104.
  32. Walker (2013) ch. 4; Woolf (2009) p. 258; Woolf (2007) p. 205; Hudson (1998b) pp. 151, 161; Anderson (1922) pp. 512–513; Skene (1867) p. 10.
  33. The Annals of Tigernach (2010) § 977.4; Annals of Tigernach (2005) § 977.4; Duncan (2002) p. 21; Anderson (1922) p. 484.
  34. Walker (2013) ch. 4; The Annals of Ulster (2012) § 977.4; Woolf (2009) p. 258; The Annals of Ulster (2008) § 977.4; Woolf (2007) pp. 196, 205; Duncan (2002) p. 21; Hudson (1994) p. 93; Anderson (1922) pp. 484–485 n. 3, 485 n. 4.
  35. Walker (2013) ch. 4; Duncan (2002) p. 21.
  36. Hudson (1994) p. 94.
  37. Clarkson (2014) ch. 7.
  38. Duncan (2002) pp. 21–22; Hudson (1994) p. 93.
  39. Clarkson (2014) ch. 7; Downham (2007) p. 224; Matthews (2007) p. 10; Woolf (2007) pp. 207–208; Whitelock (1996) p. 229; Hudson (1994) pp. 97–98; Thorpe (1861) pp. 224–226.
  40. Clarkson (2014) ch. 7; Downham (2007) p. 224; Woolf (2007) p. 208.
  41. Woolf (2007) p. 208.
  42. Woolf (2007) pp. 208–209.
  43. Matthews (2007) p. 25.
  44. Clarkson (2014) ch. 7; Downham (2007) pp. 124–125, 222; Matthews (2007) p. 25.
  45. Clarkson (2014) ch. 7; Downham (2007) pp. 125 n. 10, 222; Matthews (2007) p. 25.
  46. Woolf (2007) p. 208.
  47. Downham (2007) pp. 222–223; Matthews (2007) pp. 9, 15; Woolf (2007) pp. 207–208.
  48. Downham (2007) pp. 126–127, 222–223; Woolf (2007) p. 208.
  49. Woolf (2007) p. 208.
  50. Woolf (2007) pp. 207–208.
  51. Keynes (2008) p. 52; Raine (1879) p. 448.
  52. Keynes (2008) p. 52; Birch (1893) pp. 604–605. § 1290.
  53. Woolf (2007) pp. 207–208.
  54. McGuigan (2015) pp. 142–143, 144 n. 470; Woolf (2007) p. 211; Anderson, AO (1908) p. 77; Arnold (1885) pp. 382–383.
  55. Walker (2013) ch. 4; Hudson (1994) p. 93.
  56. Woolf (2007) pp. 205–206.
  57. Clarkson (2014) ch. 7; Walker (2013) ch. 4; Woolf (2009) p. 259; Busse (2006a); Clarkson (2010) ch. 9; Broun (2004e).
  58. Walker (2013) ch. 4; Woolf (2009) p. 259.
  59. Clarkson (2010) ch. 9; Broun (2004e).
  60. McGuigan (2015) p. 140; Clarkson (2012) ch. 9; Clarkson (2010) ch. 9.

Πηγές

  • Anderson, AO, ed. (1908). Scottish Annals From English Chroniclers, A.D. 500 to 1286. London: David Nutt – via Internet Archive.
  • Anderson, AO, ed. (1922). Early Sources of Scottish History, A.D. 500 to 1286. Vol. 1. London: Oliver and Boyd – via Internet Archive.
  • "Annals of Tigernach". Corpus of Electronic Texts (13 April 2005 ed.). University College Cork. 2005. Retrieved 19 June 2016.
  • Arnold, T, ed. (1885). Symeonis Monachi Opera Omnia. Rerum Britannicarum Medii Ævi Scriptores. Vol. 2. London: Longmans & Co – via Google Books.
  • Birch, WDG (1893). Cartularium Saxonicum. Vol. 3. London: Charles J. Clark – via Google Books.
  • "Bodleian Library MS. Rawl. B. 488". Early Manuscripts at Oxford University. Oxford Digital Library.
  • "Bodleian Library MS. Rawl. B. 489". Early Manuscripts at Oxford University. Oxford Digital Library.
  • "Book of Leinster, Formerly Lebar na Núachongbála". Corpus of Electronic Texts (8 May 2015 ed.). University College Cork. 2015. Retrieved 19 June 2016.
  • Gough-Cooper, HW, ed. (2015). Annales Cambriae: The B Text From London, National Archives, MS E164/1, pp. 2–26 (PDF) (September 2015 ed.) – via Welsh Chronicles Research Group.
  • Howlett, D (2000). Caledonian Craftmanship: The Scottish Latin Tradition. Dublin: Four Courts Press. ISBN 1 85182 455 3 – via Google Books.
  • Hudson, BT (1996). Prophecy of Berchán: Irish and Scottish High-Kings of the Early Middle Ages. Contributions to the Study of World History (series vol. 54).
  • Hudson, BT (1998b). "'The Scottish Chronicle'". Scottish Historical Review. 77 (2): 129–161.
  • Raine, J, ed. (1879). The Historians of the Church of York and its Archbishops. Vol. 1. London: Longman & Co. – via Internet Archive.
  • Skene, WF, ed. (1867). Chronicles of the Picts, Chronicles of the Scots, and Other Early Memorials of Scottish History. Edinburgh: H.M. General Register House – via Internet Archive.
  • "The Annals of Tigernach". Corpus of Electronic Texts (2 November 2010 ed.). University College Cork. 2010. Retrieved 19 June 2016.
  • "The Annals of Ulster". Corpus of Electronic Texts (29 August 2008 ed.). University College Cork. 2008. Retrieved 14 June 2016.
  • "The Annals of Ulster". Corpus of Electronic Texts (15 August 2012 ed.). University College Cork. 2012. Retrieved 14 June 2016.
  • Thorpe, B, ed. (1861). The Anglo-Saxon Chronicle. Rerum Britannicarum Medii Ævi Scriptores. Vol. 1. London: Longman, Green, Longman, and Roberts – via Internet Archive.
  • Whitelock, D, ed. (1996) [1955]. English Historical Documents, c. 500–1042 (2nd ed.). London: Routledge.
  • Williams Ab Ithel, J, ed. (1860). Brut y Tywysigion; or, The Chronicle of the Princes. Rerum Britannicarum Medii Ævi Scriptores. London: Longman, Green, Longman, and Roberts – via Internet Archive.
  • Broun, D (2001). "Kingship: 2. 900–1100". In Lynch, M. The Oxford Companion to Scottish History. Oxford Companions. Oxford: Oxford University Press. pp. 360–361.
  • Broun, D (2004a). "Constantine II (d. 952)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Broun, D (2004b). "Culen (d. 971)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Broun, D (2004c). "Dubh (d. 966)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Broun, D (2004d). "Indulf (bap. 927?, d. 962)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Broun, D (2004e). "Kenneth II (d. 995)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Broun, D (2004f). "The Welsh Identity of the Kingdom of Strathclyde c.900–c.1200". The Innes Review. 55 (2): 111–180.
  • Broun, D (2007). Scottish Independence and the Idea of Britain: From the Picts to Alexander III. Edinburgh: Edinburgh University Press.
  • Broun, D (2015a). "Britain and the Beginning of Scotland". Journal of the British Academy. 3: 107–137.
  • Broun, D (2015b) [1997]. "Cuilén". In Crowcroft, R; Cannon, J. The Oxford Companion to British History (2nd ed.). Oxford University Press.
  • Broun, D (2015c) [1997]. "Dub". In Crowcroft, R; Cannon, J. The Oxford Companion to British History (2nd ed.). Oxford University Press.
  • Broun, D (2015d) [1997]. "Indulf". In Crowcroft, R; Cannon, J. The Oxford Companion to British History (2nd ed.). Oxford University Press.
  • Broun, D (2015e) [1997]. "Kenneth II". In Crowcroft, R; Cannon, J. The Oxford Companion to British History (2nd ed.). Oxford University Press.
  • Busse, PE (2006a). "Cinaed mac Mael Choluim". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 2. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. p. 439.
  • Busse, PE (2006b). "Cuilén Ring mac Illuilb". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 2. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. p. 509.
  • Busse, PE (2006c). "Dyfnwal ab Owain/Domnall mac Eogain". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 2. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. p. 639.
  • Charles-Edwards, TM (2008). "Picts and Scots". The Innes Review. 59 (2): 168–188.
  • Clancy, T (2016). "Logie: An Ecclesiastical Place-Name Element in Eastern Scotland" (PDF). The Journal of Scottish Name Studies. 10: 25–88.
  • Clancy, TO (2006). "Cusantín mac Aeda (Constantine II)". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 2. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. pp. 522–523.
  • Clarkson, T (2010). The Men of the North: The Britons and Southern Scotland (EPUB). Edinburgh: John Donald.
  • Clarkson, T (2012) [2011]. The Makers of Scotland: Picts, Romans, Gaels and Vikings (EPUB). Edinburgh: Birlinn Limited.
  • Clarkson, T (2014). Strathclyde and the Anglo-Saxons in the Viking Age (EPUB). Edinburgh: John Donald.
  • Downham, C (2007). Viking Kings of Britain and Ireland: The Dynasty of Ívarr to A.D. 1014. Edinburgh: Dunedin Academic Press.
  • Dumville, D (2000). "The Chronicle of the Kings of Alba". In Taylor, S. Kings, Clerics and Chronicles in Scotland, 500–1297: Essays in Honour of Marjorie Ogilvie *Anderson on the Occasion of Her Ninetieth Birthday. Dublin: Four Courts Press. pp. 73–86.
  • Duncan, AAM (2002). The Kingship of the Scots, 842–1292: Succession and Independence. Edinburgh: Edinburgh University Press.
  • Driscoll, ST (1998). "Church Archaeology in Glasgow and the Kingdom of Strathclyde". The Innes Review. 49 (2): 95–114. doi:10.3366/inr.1998.49.2.95. eISSN 1745-5219.
  • Hudson, BT (1994). Kings of Celtic Scotland. Westport, CT: Greenwood Press. ISBN 0-313-29087-3. ISSN 0885-9159 – via Questia. (Subscription required (help)).
  • Hudson, BT (1998a). "The Language of the Scottish Chronicle and its European Context". Scottish Gaelic Studies. 18: 57–73 – via Google Books.
  • Keynes, S (2008). "Edgar, rex admirabilis". In Scragg, D. Edgar, King of the English, 959–975: New Interpretations. Publications of the Manchester Centre for Anglo-*Saxon Studies (series vol. 8). Woodbridge: The Boydell Press. pp. 3–58.
  • Lynch, M, ed. (2001). "Genealogies". The Oxford Companion to Scottish History. Oxford Companions. Oxford: Oxford University Press. pp. 677–683.
  • Macquarrie, A (1998) [1993]. "The Kings of Strathclyde, c. 400–1018". In Grant, A; Stringer, KJ. Medieval Scotland: Crown, Lordship and Community. Edinburgh: Edinburgh University Press. pp. 1–19.
  • Macquarrie, A (2004). "Donald (d. 975)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Matthews, S (2007). "King Edgar, Wales and Chester: The Welsh Dimension in the Ceremony of 973". Northern History. 44 (2): 9–26.
  • McGuigan, N (2015). Neither Scotland nor England: Middle Britain, c.850–1150 (PhD thesis). University of St Andrews – via Research@StAndrews:FullText.
  • "Monarchs of Scotland (842–1707)". Oxford Dictionary of National Biography (January 2011 ed.). Oxford University Press. 2011.
  • Oram, RD (2011) [2001]. The Kings & Queens of Scotland. Brimscombe Port: The History Press.
  • Ó Corráin, D; Maguire, F (1981). Gaelic Personal Names. Dublin: Academy Press.
  • Sellar, WDH (2004). "Forflissa/Forbflaith/Hvarflöð". In Edwards, D. Regions and Rulers in Ireland, 1100–1650: Essays for Kenneth Nicholls. Dublin: Four Courts Press. pp. 51–53.
  • Walker, IW (2013) [2006]. Lords of Alba: The Making of Scotland (EPUB). Brimscombe Port: The History Press.
  • Williams, A (2004). "An Outing on the Dee: King Edgar at Chester, AD 973". Mediaeval Scandinavia. 14: 229–243 – via Academia.edu.
  • Williams, DGE (1997). Land Assessment and Military Organisation in the Norse Settlements in Scotland, c.900–1266 AD (PhD thesis). University of St Andrews – via Research@StAndrews:FullText.
  • Williams, A; Smyth, AP; Kirby, DP (1991). A Biographical Dictionary of Dark Age Britain: England, Scotland and Wales, c.500–c.1050. London: Seaby.
  • Woolf, A (2000). "The 'Moray Question' and the Kingship of Alba in the Tenth and Eleventh Centuries". Scottish Historical Review. 79 (2): 145–164.
  • Woolf, A (2001). "Constantine II". In Lynch, M. The Oxford Companion to Scottish History. Oxford Companions. Oxford: Oxford University Press. p. 106.
  • Woolf, A (2007). From Pictland to Alba, 789–1070. The New Edinburgh History of Scotland (series vol. 2). Edinburgh: Edinburgh University Press.
  • Woolf, A (2009). "Scotland". In Stafford, P. A Companion to the Early Middle Ages: Britain and Ireland, c.500–c.1100. Blackwell Companions to British History. Chichester: Blackwell Publishing. pp. 251–267.
Αμλάιμπ της Σκωτίας
Οίκος των Αλπίινιδών
Θάνατος: 977
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Κούλεν της Σκωτίας
Βασιλιάς της Σκωτίας

971/976 - 977
Διάδοχος
Κένεθ Β΄ της Σκωτίας


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Amlaib, King of Scotland της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
{{bottomLinkPreText}} {{bottomLinkText}}
Αμλάιμπ της Σκωτίας
Listen to this article