Top Qs
Timeline
Chat
Perspective

στροφή

From Wiktionary, the free dictionary

Remove ads

Ancient Greek

Etymology

From στρέφω (stréphō, twist) + ().

Pronunciation

 

Noun

στροφή (strophḗ) f (genitive στροφῆς); first declension

  1. turning, a turn
  2. revolving
  3. twisting

Declension

Derived terms

Related terms
  • ἀμφιστροφή (amphistrophḗ)
  • ἀναστροφή (anastrophḗ)
  • ἀνθυποστροφή (anthupostrophḗ)
  • ἀνταποστροφή (antapostrophḗ)
  • ἀντεπιστροφή (antepistrophḗ)
  • ἀντιπεριστροφή (antiperistrophḗ)
  • ἀντιστροφή (antistrophḗ)
  • ἀποστροφή (apostrophḗ)
  • διαστροφή (diastrophḗ)
  • ἐκστροφή (ekstrophḗ)
  • ἐνστροφή (enstrophḗ)
  • ἐπαναστροφή (epanastrophḗ)
  • ἐπιστροφή (epistrophḗ)
  • ἰσοστροφή (isostrophḗ)
  • καταστροφή (katastrophḗ)
  • μεταστροφή (metastrophḗ)
  • παραστροφή (parastrophḗ)
  • παρεκστροφή (parekstrophḗ)
  • παρεπιστροφή (parepistrophḗ)
  • περιστροφή (peristrophḗ)
  • προκαταστροφή (prokatastrophḗ)
  • συναναστροφή (sunanastrophḗ)
  • συστροφή (sustrophḗ)
  • ὑποστροφή (hupostrophḗ)

Descendants

  • English: strophe
  • Greek: στροφή (strofí)

Further reading

Remove ads

Greek

Etymology

Inherited from Ancient Greek στροφή (strophḗ).

Noun

στροφή (strofí) f (plural στροφές)

  1. bend, turning, turn (change of direction)
    στη στροφή του δρόμου
    sti strofí tou drómou
    at the bend in the road
  2. turning, turn, revolving, twisting (rotation)
    η μπαλαρίνα έκανε δυο στροφές
    i balarína ékane dyo strofés
    the ballerina made two turns
  3. (music) verse, stanza
  4. (nautical) tack

Declension

More information singular, plural ...

Further reading

Remove ads

Wikiwand - on

Seamless Wikipedia browsing. On steroids.

Remove ads