热门问题
时间线
聊天
视角

λύκος

来自维基词典,自由的词典

Remove ads
參見:Λύκος

古希臘語

詞源

源自原始印歐語 *wĺ̥kʷos ()。與梵語 वृक (vṛ́ka)拉丁語 lupus古英語 wulf英語 wolf)、俄語 волк (volk)等同源。

發音

名詞

λῠ́κος (lŭ́kosm (屬格 λῠ́κου); 二類變格

    • New Testament, Mat. 7:15:
      Προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασιν προβάτων, ἔσωθεν δὲ εἰσὶν λύκοι ἅρπαγες.
      Prosékhete apò tôn pseudoprophētôn, hoítines érkhontai pròs humâs en endúmasin probátōn, ésōthen dè eisìn lúkoi hárpages.
      你們要提防假先知,他們到你們這裡來,外面披着羊皮,裡面卻是殘暴的
  1. 大勒韁
  2. 一種寒鴉

屈折

Remove ads

相關詞彙

λυκ- (參見λύσσα (lússa)

  • αἰνόλῠκος m (ainólŭkos)
  • ἀμφιλῠ́κη f (amphilŭ́kē曙光)
  • Αὐτόλῠκος m (Autólŭkos)
  • κῠνόλῠκος m (kŭnólŭkos)
  • λῠκᾰ́βας m (lŭkắbas)
  • λῠκάγχη f (lŭkánkhē)
  • λῠ́καινα f (lŭ́kaina雌狼)
  • λῠκαινίς f (lŭkainís雌狼)
  • λῠκαινόμορφος (lŭkainómorphos雌狼形的)
  • Λῠ́καιον n (Lŭ́kaion)
  • Λῠκαιονίκης m (Lŭkaioníkēs)
  • Λῠκαῖος (Lŭkaîos)
  • λῠκανθρωπῐ́ᾱ f (lŭkanthrōpĭ́ā)
  • λῠκάνθρωπος mf (lŭkánthrōpos人狼)
  • Λῠκᾱονῐ́ᾱ f (Lŭkāonĭ́ā)
  • λῠκαυγής (lŭkaugḗs)
  • λῠκάων m (lŭkáōn人狼)
  • λῠκέη f (lŭkéē狼皮)
  • λῠκεία f (lŭkeía狼皮頭盔)
  • Λῠ́κειον n (Lŭ́keion)
  • λῠ́κειος (lŭ́keios狼的)
  • λῠ́κη f (lŭ́kē曙光)
  • λῠκῆ f (lŭkê)
  • λυκηγενής (lukēgenḗs)
  • λῠκηδόν (lŭkēdón似狼)
  • λῠκηθμός m (lŭkēthmós狼嚎)
  • Λῠκία f (Lŭkía)
  • Λῠκιάρχης m (Lŭkiárkhēs)
  • λῠκῐδεύς m (lŭkĭdeús狼崽)
  • λῠ́κιον n (lŭ́kionRhamnus petiolaris)
  • Λῠ́κιος f (Lŭ́kios)
  • λῠκόβρωτος (lŭkóbrōtos被狼吃掉的)
  • λῠκοδίωκτος (lŭkodíōktos)
  • λῠκοειδής (lŭkoeidḗs似狼的)
  • λῠκοεργής (lŭkoergḗs)
  • λῠκοθαρσής (lŭkotharsḗs不害怕狼的)
  • λῠκοκτονέω (lŭkoktonéō屠狼)
  • λῠκοκτόνος (lŭkoktónos屠狼的)
  • λῠ́κολυγξ m (lŭ́kolunx)
  • Λῠκομήδης m (Lŭkomḗdēs)
  • λῠκόμορφος (lŭkómorphos狼形的)
  • Λυκόοργος m (Lukóorgos)
  • λῠκοπάνθηρος m (lŭkopánthēros)
  • λῠκοπέρσῐον n (lŭkopérsĭon)
  • Λῠκόπολῐς f (Lŭkópolĭs)
  • λῠκορραίστης m (lŭkorrhaístēs)
  • λῠκόσκορδον n (lŭkóskordon)
  • λῠκοσκῠτᾰ́λιον n (lŭkoskŭtắlion白木犀草)
  • Λῠκόσουρα f (Lŭkósoura)
  • λῠκοσπάς mf (lŭkospás被狼撕裂的)
  • λῠκόστομος m (lŭkóstomos狼嘴,一種鯷魚)
  • Λῠκούργεια f (Lŭkoúrgeia埃斯庫羅斯三部曲)
  • Λῠκοῦργος m (Lŭkoûrgos)
  • λῠκόφθαλμος (lŭkóphthalmos)
  • λῠκόφθαλμος f (lŭkóphthalmos)
  • λῠκοφῐλία f (lŭkophĭlía)
  • λῠκοφῐ́λιος (lŭkophĭ́lios)
  • λῠκοφόρος (lŭkophóros有狼印記的)
  • λῠκόφρυς f (lŭkóphrus一種植物)
  • λῠκόφρων mf (lŭkóphrōn)
  • λυκόφων m (lukóphōn一種植物)
  • λῠκόφως n (lŭkóphōs暮色)
  • λῠκόχροος (lŭkókhroos狼毛顏色的) λῠκόχρους
  • λῠκοψία f (lŭkopsía暮色)
  • λῠκόω (lŭkóō像狼一般哭)
  • λῠκώ f (lŭkṓ)
  • λῠκώδης (lŭkṓdēs似狼的)
  • λῠ́χνος m (lŭ́khnos)
  • μονόλῠκος m (monólŭkos隱士)
Remove ads

派生語彙

  • 希臘語: λύκος (lýkos)
  • 特薩克尼恩語: λιούκο (lioúko)
  • 薩摩亞語: luko (古典借詞)
    • 托克勞語: luko (古典借詞)

參考資料

Remove ads

希臘語

詞源

源自古希臘語 λύκος (lúkos),源自原始印歐語 *wĺ̥kʷos ()

發音

名詞

λύκος (lýkosm (複數 λύκοι,陰性 λύκαινα)

  1. 狼狗
  2. 攻擊性強的人
  3. (病理學) 狼瘡
  4. 老式獵槍擊鐵

變格

派生詞

短語
  • ο λύκος ουρλιάζει (ourliázei)
  • πεινάω σα λύκος (peináo sa lýkos)
  • στο στόμα του λύκου (sto stóma tou lýkou)
  • τρώω σα λύκος (tróo sa lýkos)
諺語
  • έβαλαν το λύκο να φυλάει τα πρόβατα (évalan to lýko na fyláei ta próvata)
  • ο λύκος έχει τ’ όνομα κι η αλεπού τη χάρη (o lýkos échei t’ ónoma ki i alepoú ti chári)
  • ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε, μήτε την κεφαλή του (o lýkos ki an egérase ki ásprise to mallí tou, míte ti gnómi állaxe, míte tin kefalí tou本性難移)
  • ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται (o lýkos stin anampoumpoúla chaíretai)

相關詞彙

λυκ- ;參見λύσσα

λυκ-
  • γερόλυκος m (gerólykos)
  • θαλασσόλυκος m (thalassólykos)
  • λύκαινα f (lýkaina母狼)
  • λυκάκι n (lykáki狼崽)
  • λυκανθρωπία f (lykanthropía) (醫學)
  • λυκάνθρωπος m (lykánthropos人狼)
  • λυκαυγές n (lykavgés)
  • λυκειάρχης m (lykeiárchis)
  • λύκειο n (lýkeio學園)
  • λυκίσκος m (lykískos啤酒花)
  • λυκίσκος m (lykískos豺狼座)
  • λυκόπουλο n (lykópoulo狼崽)
  • λυκόσκυλο n (lykóskylo德國牧羊犬)
  • λυκόστομα n (lykóstoma) (醫學)
  • λυκοφιλία f (lykofilía)
  • λυκοφωλιά f (lykofoliá狼穴)
  • λυκόφως n (lykófos暮色)

Wikiwand - on

Seamless Wikipedia browsing. On steroids.

Remove ads